Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2010

μέροψ

(ὁ) (μείρομαι=μερίζω + ὄψ)' κυρ. ἐπίθ. τῶν ἀνθρώπων, ὁ διαιρῶν τὴν φωνή, ὁ ὁμιλῶν ἐνάρθρως' ὡς οὐσ. μέροπες=ἄνθρωποι | 2. καθ᾿ ἑν., εἶδος πτηνοῦ, μελισσοφάγος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: