Τετάρτη, 9 Ιουνίου 2010

πένομαι

ἐν χρήσει κατ᾿ ἐνεστ. καὶ πρτ. μόνο, ἀποθ., ἀμτβ., ἐργάζομαι πρὸς ἐξοικονόμηση τῶν πρὸς τὸ ζῆν, κουράζομαι, μοχθῶ, κοπιάζω | 2. εἶμαι ἐνδεής, φτωχός | 3. μετὰ γεν., εἶμαι φτωχὸς εἴς τι, ἔχω ἔλλειψη ἀπό κάτι.

ΙΙ. μτβτ. ἐργάζομαι, παρασκευάζω, ἀσχολοῦμαι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: