Παρασκευή, 16 Ιουλίου 2010

ὀρέγνυμι - ὀρέγω

ἀπλώνω τὰ χέρια πρὸς ἱκεσία' προσφέρω, παρέχω, δίδω.

ΙΙ. μέσον ὀρέγομαι, ἐκτείνομαι πρὸς τὰ ἔξω, ἐκτείνω τὸ χέρι μου πρὸς τὰ ἔξω | 2. ἐπὶ ἐχθρ. σημ., σκοπεύω ἕνα πρόσωπο ἢ πρᾶγμα (τὸ σημαδεύω) καὶ τὸ κτυπῶ, πλήττω, πληγώνω, τραυματίζω | 3. μτφρ. ποθῶ τι, ἐπιθυμῶ τι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: