Παρασκευή, 11 Φεβρουαρίου 2011

ὑπολύω - ὑπολύομαι

λύω ἀπὸ κάτω, παραλύω' ὑπέλυσε δὲ γυῖα=τοῦ παρέλυσε τὰ μέλη | 2. ἀπελευθερώνω ἐκ τοῦ ζυγοῦ, ξεζεύω, ἀπελευθερώνω κάποιον ἀπὸ τὰ δεσμά | 3. λύνω τὰ σανδάλια κάποιου.

ΙΙ. μέσον ὑπολύομαι, λύνω καὶ ἀφαιρῶ τὰ ὑποδήματά μου ἀπὸ τὰ πόδια μου ἤ βάζω ἄλλον νὰ μοῦ τὰ ἀφαιρέσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: