Κυριακή, 13 Μαρτίου 2011

βασιλεύς

βασιλεύς, ἀρχηγός, ἡγεμών (ἐπὶ θεῶν καὶ ἀνθρώπων) | 2. παραθ., βασιλεύτερος, -τατος=βασιλικότερος, βασιλικότατος.

ΙΙ. βασιλεὺς ἐπίσης ὀνομαζόταν ὁ δεύτερος ἐκ τῶν ἐννέα ἀρχόντων στὴν Ἀθήνα, ὁ ὁποῖος ἦταν ἐπιφορτισμένος μὲ τὴν ἐπίβλεψη τῆς λατρείας πρὸς τοὺς θεοὺς καὶ τὴν διεξαγωγὴ τῶν φονικῶν δικῶν.

ΙΙΙ. μετὰ τοὺς Περσικοὺς πολέμους ὁ βασιλεὺς τῆς Περσίας ὀνομαζόταν ὡς ὁ κυρίως Βασιλεύς (ἄνευ ἄρθρου) ἤ ὁ μέγας Βασιλεύς.

Δεν υπάρχουν σχόλια: