Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

αἰνός, ή, όν

δεινός, φοβερός, τρομερός, φρικτός | 2. ὡς ἐπίρ., αἰνά=φρικτῶς, φοβερά | ὑπερθ. ἐπίρ., αἰνότατον=φρικτότατα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: