Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΑΣΥΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΑΣΥΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Απριλίου 2009

λάσιος, α, ον

ἀττ. -ος, ον' συγγενικὸ μὲ τὸ δασύς, δασύτριχος, πυκνόμαλλος | 2. πυκνόδεντρος, θαμνώδης.