Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΙΣΕΥΩ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΙΣΕΥΩ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 14 Απριλίου 2009

ἐπισεύω

ἐπ. ἐπισσεύω' κινῶ τινὰ ἐναντίον τινός, πέμπω τι(νά) κατά τινος.

ΙΙ. παθ. σπεύδω, βιάζομαι' ἐν ἐχθρικῇ ἐνν., ὁρμῶ κατά τινος, προσβάλλω | 2. κυρ. ἀπαντᾷ ἐν τῷ πρκ. ἐπέσσυμαι μετὰ σημ. ἐνεστ., ἐν τῷ ὑπερσ. ἐπεσσύμην ὡς πρτ. καὶ ἐν τῇ μτχ. ἀορ. β’ ἐπεσσύμενος, μὲ σημ. ἐφορμῶ, σπεύδω, βιάζομαι' μτφρ., εἶμαι συνεπαρμένος, διεγερμένος, ἀνυπόμονος.