Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΩΡΗΣΣΩ -ΘΩΡΗΣΣΟΜΑΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΩΡΗΣΣΩ -ΘΩΡΗΣΣΟΜΑΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 12 Μαΐου 2009

θωρήσσω

(θώραξ)' θωρακίζω, ὁπλίζω διὰ θώρακος' γεν. ἐξοπλίζω | 2. παθ. θωρήσσομαι, ὁπλίζω ἐμαυτόν, φοράω τὴν πανοπλία μου.

[
θωρηχθῆναι, ἀπρφ. παθ. ἀορ. α’ (Α 226)]