Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΑΜΑΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΑΜΑΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Απριλίου 2009

ἵστημι

(ἐκτετ. στάω)' μτβτ., κάνω τι(νά) νὰ σταθεῖ ὄρθιος, -ον, στήνω, τοποθετῶ | 2. κάνω τινὰ νὰ σταθῇ ἀκίνητος, ἀναχαιτίζω, ἐμποδίζω | 3. κάνω τι στερεό, στερεώνω τι' στήνω ὄρθιο, ἐγείρω, σηκώνω, ὑψώνω' ἐγείρω οἰκοδομήματα, ἱδρύω ἀγάλματα ἢ ἀνδριάντες πρὸς τιμήν τινος | 4. ἀνακινῶ, διεγείρω | 5. ὑποδεικνύω, διορίζω, ἐγκαθιστῶ | 6. ζυγίζω' ἵστημί τι πρός τι=ζυγίζω τι ἐν συγκρίσει πρὸς ἄλλο τι.

ΙΙ. ἀμτβ., ἵσταμαι, στήνομαι, τοποθετοῦμαι' μετ᾿ ἐπιρ., βρίσκομαι σὲ μιὰ κατάσταση | 2. ἵσταμαι ἥσυχος, λαμβάνω θέση | 3. μένω σταθερός, παραμένω ἀκίνητος, παραμένω καθηλωμένος' παύω, σταματῶ | 4. στέκομαι ὄρθιος, ἐγείρομαι, σηκώνομαι | 5. γεν., ἐγείρομαι, ἀρχίζω.

[
στῆ, ἰων. ἀντὶ ἔστη, γ’ ἑν. ἀορ. β’ (Α 197)]