Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΙΧΑΝΩ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΙΧΑΝΩ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2008

κιχάνω

ποιητ. ῥῆμ., τυγχάνω, ἐντυγχάνω, συναντῶ, εὑρίσκω, μή σε... παρὰ νηυσὶ κιχείω Ἰλ. Α. 26, πρβλ. Ὀδ. Ν. 228· | 2. φθάνω, προφθάνω, καταφθάνω, ὃν κε... ποσσὶ κιχείω Ἰλ. Ζ. 228· κιχήσεσθαι δέ σ’ ὀΐω αὐτόθι 341, πρβλ. Φ. 605, ἵππους δ’ Ἀτρείδαο κιχάνετε Ἰλ. Ψ. 407· σε δουρὶ κιχήσομαι=θά σε φθάσω μὲ τὸ δόρυ, Κ. 370· εἰσόκεν ἄστυ κιχείομεν=ἕως οὗ ἐκπορθήσωμεν αὐτό, Φ. 128. εἵως κε τέλος πολέμοιο κιχείω=φθάσω εἰς..., Γ 291 | 3. ἐνίοτε ἐπὶ πραγμάτων, βέλος ὠκὺ κιχήμενον=βέλος ταχὺ ὅτε ἔμελλε νὰ ἐπιτύχῃ αὐτόν, νὰ τὸν κτυπήσῃ, Ε. 187· φθῆσε τέλος θανάτοιο κιχήμενον=ἔφθη καταλαβόν σε τὸ τέλος τοῦ θανάτου (Γαζῆς), Λ. 451.

[κιχείω ἐπ. ὑποτ. ἐνεστ. (Α 26)]