Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΑΩ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΑΩ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Απριλίου 2009

φαίνω

(φάω)' φέρω τι εἰς φῶς, κάμνω τι νὰ φανῇ | 2. φανερώνω, γνωστοποιῶ | 3. ἀποσαφηνίζω, ἐπεξηγῶ, ἐρμηνεύω | 4. παρ᾿ ἀττ., μηνύω, καταγγέλλω | 5. ἀπόλ., δίνω πληροφορίες.

ΙΙ. παθ. φαίνομαι, ἔρχομαι εἰς φῶς, εἶμαι ὁρατός, ἐμφανίζομαι | 2. γεν., φαίνομαι ὅτι εἶμαι... (μετ᾿ ἀπρφ)' φαίνει εὖ λέγειν=φαίνεται πὼς μιλᾶς σωστά | 3. φαίνομαι + ἀπρφ. δηλοῖ ὅτι ἕνα πρᾶγμα φαίνεται νὰ εἶναι τέτοιο ἢ τέτοιο (ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι ἁπλῆ γνώμη, δὲν εἶναι ἀποδεδειγμένο), ἐν ᾧ φαίνομαι + μτχ. δηλοῖ ὅτι ἕνα πρᾶγμα εἶναι ἀποδεδειγμένο ἀντικειμενικῶς.

[
φάανθεν, ἐκτετ. ἀντὶ φάνθεν, ἐπ. ἀντὶ ἐφάνθησαν, γ’ πληθ. παθ. ἀορ. α’ (Α 200)]