Σάββατο, 28 Ιουνίου 2008

βούλομαι

θέλω, ἐπιθυμῶ, ἔχω ἐν νῷ / συνήθως μετ’ ἀπαρ., ἀλλ’ ὡσ. καὶ μετὰ δοτ.: Τρώεσσιν ἐβούλετο νίκην=ἐπεθύμει νίκην διὰ τοὺς Τρῶας (νὰ νικήσουν οἱ Τρῶες), ἤ τὸ πλῆρες: Τρώεσσιν ἐβούλετο κῦδος ὀρέξαι.βούλει ἤ βούλεσθε μεθ’ ὑποτ. προσθέτει δύναμιν εἰς ταῆν ἀπαίτησιν ἐπὶ παρακελευσματικῶν ἐρωτήσεων: βούλει φράσω;=θέλεις νὰ εἴπω; - ὁ βουλόμενος = πᾶς ὅστις θέλει, ὁ πρῶτος τυχὼν ποὺ ἐπιθυμεῖ. / ἔχω προτιμότερον, προτιμῶ, κατὰ τὸ πλεῖστον μετὰ ἑπομ. ἤ, ὁπότε κεῖται ἀντὶ τοῦ βούλομαι μᾶλλον: βούλομ’ ἐγὼ λαὸν σόον ἔμμεναι ἤ ἀπολέσθαι=ἐγὼ προτιμῶ νὰ εἶναι σῶος ὁ λαὸς (στρατός) παρὰ νὰ χαθῇ.

Ἐτυμ.: ἀττ. βούλομαι, δωρ. βώλομαι, Ὁμηρ., Ἀρκ., Κυπρ. βόλομαι, Θεσσαλ. βέλλομαι, Βοιωτ. βείλομη, δωρ. δήλομαι, Λοκρ., Δελφ. δείλομαι΄ ἰων-αττ. βουλεύω, δωρ. βωλεύω, λεσβ. βολλεύω΄ πάντα ταῦτα προέρχονται ἐκ τῆς αὑτῆς ῥ. βολ-΄ βούλομαι < *βόλσομαι ὀφείλει τὸ ο εἰς ἐπίδρασιν τοῦ ἐνεστ. βόλομαι, ἀντὶ τοῦ ἀρχαίου θεματ. φων. τοῦ ἀορ. - τοῦ σῳζομένου ἐν τῷ Θεσσαλ. βέλλομαι, δωρ. δήλομαι.

[ΙΩΑΝ. ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ - ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ]

Κλίση τοῦ βούλομαι: ρήματα τῆς πρώτης συζυγίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: