Σάββατο, 28 Ιουνίου 2008

βουλή

(ἡ) (βούλομαι):

-θέλησις, ἀπόφασις, σχέδιον, σκοπός, ἐπιδίωξις, πρόθεσις / συμβουλή, γνώμη / ἡ Βουλὴ ἤ ἡ Σύγκλητος (κυρ. δὲ ἡ Βουλὴ τῶν 500 ἐν Ἀθήναις).

Ἐκ ῥ. βολ-: βούλομαι, βούλησις, βούλημα, βουλεύω. πρβλ. Κρητ. βώλ-ομαι=βούλομαι, αἰολ. βόλλομαι, βόλλα=βουλή.

[ΙΩΑΝ. ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ - ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ]

Κλίση τοῦ βουλή: πρώτη κλίση τῶν οὐσιαστικῶν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: