Τρίτη, 1 Ιουλίου 2008

ἔθνος

(τό) = σύνολο ἀτόμων, ὁμὰς ἀνθρώπων, τὸ σύνολον τῶν ἀνηκόντων εἴς τινα ἐθνικότητα. 2) φυλὴ, ῥάτσα. 3) λαός, ἔθνος: τὰ ἔθνη=αἱ ἐθνότητες, οἱ ἐθνικοί, τ. ἔ. οἱ Έθνικοί, δηλ. οἱ εἰδωλολάτραι (δηλ. πάντες οἱ ἄλλοι πλὴν τῶν Χριστιανῶν καὶ Ἑβραίων). 4) ἰδιαιτέρα τάξις ἀνθρώπων, φυλετικὴ τάξις.

Ἐτυμ. ἔθνος < *sve- (βλ. ἐν λ. ἔθος < ἰαπ. *svedhos) πρβλ. καὶ σανσκρ. sabh < ἰαπ. *sebh(=κοινότης, συνέλευσις), γοτθ. sibja ( < ἰαπ. *sebhj), παλ-γερμ. sippa(=ὁμαιμοσύνη).

[ΙΩΑΝ. ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ - ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ]

Δεν υπάρχουν σχόλια: