Τρίτη, 1 Ιουλίου 2008

βοῦς

(ὁ, ἡ)΄ γεν. βοός, ποιητ. καὶ βοῦ΄ αἰτ. βοῦν, ποιητ. βῶν, ὡσ. ποιητ. καὶ βόα – πληθ. ὀνομ. βόες καὶ σπαν. κατὰ συναίρ. βοῦς΄ γεν. βοῶν καὶ σπαν. συνῃρ. βῶν΄ δοτ. βουσί, ποιητ. βόεσσι, σπαν. βοσί = νεαρὸς βοῦς, ταῦρος ἤ ἀγελάς, βοῦς, βόϊδι ἤ βοῦδι ἤ βῶδι΄ ἐν τῷ πληθ. κτήνη. – || βοῦς, (ἡ) = ἀσπὶς κεκαλυμμένη διὰ δέρματος βοός. - ||| παροιμ.: βοῦς ἐπὶ γλώσσῃ βέβηκε, βοῦς ἐπὶ γλώσσης ἐπιβαίνει, ὡς ὗς ἐπὶ στόμα, ἐπὶ ἀνθρώπων τηρούντων σιγὴν διὰ σπουδαῖόν τινα λόγον (ἐκ τῆς ἰδέας ὅτι βαρὺ τι σῶμα τηρεῖ δεδεμένην τὴν γλῶσσαν, ἤ ὅτι δωροδόκημά τι ἤ νόμισμα φέρον τὴν εἰκόνα βοός πείθει εἰς σιωπήν).

Ἐτυμ.: βοῦς < *βωυς΄ πρβλ. σανσκρ. gᾱύh=ἀγελάς, Ζενδ. gus=ἀγελάς΄ λατ. Bos γεν. bovis΄ ὀμβρ. bum=bovem ( < gvom=βῶν, σανσκρ. gm)΄ Ἰρλ. bδ, γεν. bou bo ( < *bovos)΄ παλ-γερμ. chuo΄ παλ-σαξον. ko(=ἀγελάς) < αἰτ. *kon < *gvom΄ ἀγγλο-σαξ cu- Ἰαπ. *gvov-, αἰτ. gvo[v]m΄ἐν τῇ ἐξησθενημένῃ βαθμίδι μεταπτώσεως ὡς β’ συνθετ. ἐν τῇ ἑλλ. λ. ἑκα-τόμ-βη=θυσία ἑκατὸν βοῶν (-βη < *gvv)΄ πρβλ. σανσκρ. cata gu-=ὁ κάτοχος ἑκατὸν ἀγελάδων, καὶ ἴσως λατ. bu-bulcus=βουκόλος΄ -βοιος (ἐν τῷ ὁμηρ. τεσσαρὰ-βοιος=ὁ ἀξίας τεσσάρων βοῶν) < *βοFjος (πρβλ. σανσκρ. gvyah) < *gvovjo. Ἄξιον σημειώσεως εἶναι τὸ παρ’ Ἡσυχ. «γαῖος ἤ γαιός΄ὁ ἐργάτης βοῦς». Ἐνταῦθα ὡσ. ἀνήκει τὸ βούβ-αλος (ἴσως ἀντὶ βού-F-αλο-ς), ἀντίστοιχον τοῦ σανσκρ. gav-ala-s.

[ΙΩΑΝ. ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ - ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ]

Κλίση τοῦ βοῦς: τρίτη κλίση οὐσιαστικῶν (φωνηεντόληκτα).

Δεν υπάρχουν σχόλια: