Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2008

μάχομαι

(μάχη) πολεμῶ, ἀγωνίζομαι σὲ μάχη | μετὰ δοτ. προσ. μάχομαι ἐναντίον τινος | μάχομαι σύν τινι=μάχομαι ὑπὸ τὴν προστασία τινός | μάχομαι κατὰ σφέας=μάχονται μόνοι τους | μάχονται καθ' ἕνα=μάχονται ἕνας ἐναντίον ἑνός, σὲ μονομαχία.

ΙΙ. γεν. ἐρίζω, φιλονικῶ, διαπληκτίζομαι | ἀντικρούω, ἀντιμετωπίζω, τινά.

Δὲς καὶ: Ὑδατικὴ Λεξιγραφία.

[
μάχεσθαι, ἀπρφ. ἐνεστ. (Α 8 - Α 151)]
[
μαχησόμενος, μτχ μέλλ. (Α 153)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: