(μάχη) πολεμῶ, ἀγωνίζομαι σὲ μάχη | μετὰ δοτ. προσ. μάχομαι ἐναντίον τινος | μάχομαι σύν τινι=μάχομαι ὑπὸ τὴν προστασία τινός | μάχομαι κατὰ σφέας=μάχονται μόνοι τους | μάχονται καθ' ἕνα=μάχονται ἕνας ἐναντίον ἑνός, σὲ μονομαχία.
ΙΙ. γεν. ἐρίζω, φιλονικῶ, διαπληκτίζομαι | ἀντικρούω, ἀντιμετωπίζω, τινά.
Δὲς καὶ: Ὑδατικὴ Λεξιγραφία.
[μάχεσθαι, ἀπρφ. ἐνεστ. (Α 8 - Α 151)]
[μαχησόμενος, μτχ μέλλ. (Α 153)]
Ραψωδία Α (413-427)
Πριν από 12 χρόνια
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου