Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2008

συνίημι

(συν + ἴημι)΄ φέρνω στὰ χέρια κάποιους, μὲ ἐχθρικὴ ἔννοια, τοὺς ἐρεθίζω ἐναντίον ἀλλήλων | μτφρ. ἀντιλαμβάνομαι, παρατηρῶ | ἀκούω

ΙΙ. μέσον, ἔρχομαι σὲ συμφωνία περί τινος πράγματος.

[
ξυνέηκε, ἐπ. ἀντὶ ξυνῆκε, ἀόρ. α' τοῦ ἀττ. ξυνίημι=συνίημι (Α 8)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: