Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2008

ἄποινα

(τά): (πιθανῶς ἐκ τοῦ α (εὐφων.)+ ποινὴ καὶ ἑπομένως σχεδὸν=ποινή, ποιναί.

Παρ’ Ὁμ. (μόνον ἐν Ἰλ.), πολὺ ὅμοιον τῷ λύτρα, πρὸς ἀνάκτησιν τῆς ἐλευθερίας αἰχμαλωτισθέντος, ὡς φέρων ἀπερείσι’ ἀπ. Ἰλ. Α. 13 | εἴτε ὡς τὸ ζωάγρια, ὅπως ἐξαγοράσῃ τις τὴν ἑαυτοῦ ζωήν, Ἰλ. Ζ. 49, Κ. 380, κτλ., ἢ πρὸς ἀνάκτησιν τοῦ νεκροῦ σώματος φονευθέντος φίλου, ὅς ἄπ. φέροι καὶ νεκρὸν ἄγοιτο Ἰλ. Ω. 139· - συχνάκις μετὰ γεν. τοῦ ἐξαγοραζομένου προσώπου, ἄποινα κούρης, υἷος, λύτρα διὰ τὴν κόρην, διὰ τὸν υἱόν, Α. 111, Β. 230· νεκροῖο δὲ δέξαι ἄπ. Ω. 137. | ἐξιλέωσις, ἀποζημίωσις, ποινή, ἄψ ἐθέλω ἀρέσαι δόμεναί τ’ ἀπερείσι’ ἄπ. Ι. 120 | ἐν Ι. Τ. 1459 τῆς σῆς σφαγῆς ἄποινα πιθ. σημαίνει ἀπολύτρωσιν, διάσωσιν ἀπὸ τοῦ θανάτου, σπάνιον παρὰ πεζοῖς.

Δεν υπάρχουν σχόλια: