Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2008

ἀπερείσιος,-ον

ἕτερος ἐπ. τύπος τοῦ ἀπειρέσιος, ὡς ἀείδελος ἀντὶ ἀΐδηλος, παρ’ Ὁμ. ἀεί, ἀπερείσι’ ἄποινα=ἄπειρα τῷ πλήθει, πολλὰ δῶρα, λύτρα, Ἰλ. Α. 13, κτλ.

[
άπεροίσι᾿ όνομ. πληθ. (Α 13)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: