Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2008

φέρω

ῥιζικὴ σημασία, φέρω, κοινῶς «φέρνω».

Ι. Ἐνεργ. φέρω, φέρνω, βαστῶ, σηκώνω τι, μεταφέρω, ἐν ταλάροισι φέρον μελιηδέα καρπὸν Ἰλ. Σ. 568΄ μέγα ἔργον, ὃ οὐ δύο γ’ ἄνδρε φέροιεν Ε. 303 | 2. μετ’ ἐπιρρημάτων δηλούντων τὸν τύπον πρὸς ὅν… φέρει τίς τι, πῇ δή… τόξα φέρεις; Ὀδ. Φ. 36 | 3. φέρω, μετὰ τῆς παραλλήλου σημασίας κινήσεως, συχν. παρ’ Ὁμ. ἐπὶ τοῦ πράγματος τὸ ὁποῖον κάμνει τινὰ νὰ κινῆται, πόδες φέρον Ἰλ. Ζ. 514· πέδιλα τά μιν φέρον Ω. 341, κλπ.΄ οὕτω λέγεται ἐπὶ τῶν ἵππων, ἅρμα φέρειν Β. 838, Ε. 232, κλπ.΄ ἐπὶ πλοίων, Ὀδ. Π. 323, πρβλ. Ἰλ. Ι. 306· καὶ ἐπὶ ἀνθρώπων, οἱ δὲ μένος χειρῶν ἰθὺς φέρον, οἱ δὲ τὴν ἰσχὺν τῶν χειρῶν ἐπ’ εὐθείας ἔφερον κατὰ τῶν ἐναντίων, Ἰλ. Ε. 506΄ οὐδ’ ἄρ’ Ἀχαιοὶ ἀλκῆς ἐξελάθοντο, μένος δ’ ἰθὺς φέρον αὐτῶν Π. 602΄ ἐπὶ ἀνέμου, σχεδίῃν ἄνεμοι φέρον ἔνθα καὶ ἔνθα Ε. 330, πρβλ. Δ. 516, Ἰλ. Τ. 378, κλπ. | 4. φέρω, ὑποφέρω, ὑπομένω, πάσχω, ἀντέχω εἴς τι | 5. φέρω, προσφέρω, δίδω, απομακρύνω, μεταφέρω κπ. ή κτ. ως λάφυρο ή έπαθλο, δῶρα φέρων χάριν Ἕκτορι δίῳ, χαριζόμενος τῷ θείῳ Ἕκτορι, Ἰλ. Ε. 211΄ φρ.
ἄγειν καὶ φέρειν, ἄγεσθαι καὶ φέρεσθαι=αρπάζω, λεηλατώ, κάνω επιδρομή | 6. παράγω, προξενῶ, ἐπιφέρω, αντέχω, ανέχομαι, καί φέρει (ὁ άστὴρ) πολλὸν πυρετὸν δειλοῖσι βροτοῖσιν Ἰλ. Χ. 31 | 7. μῦθον ἢ ἀγγελίην φ. τινί, φέρω λόγον, εἴδησιν, μιλώ, Ἰλ. Κ. 288, Ο. 175, 202 | 8. πληρώνω, ὡσαύτως ἐπὶ περιουσίας, φέρω ὡς εἰσόδημα, παρέχω εἰσόδημα ἐκ μισθώσεως | 9. ἀναφέρω τι εἴς τι, ἀποδίδω, τι ἐπί τι | 10. ψῆφον φέρω, δίδω τὴν ψῆφόν μου | 11. φέρω, παράγω ἐπὶ τῆς γῆς, ἐπὶ φυτῶν ἢ ἐπὶ τόπων, φ. ἄρουρα φάρμακα Ὀδ. Δ. 229΄ ἄμπελοι φ. οἶνον Ι. 110΄ ἀπολ., φέρω καρπόν, καρποφορῶ' κυοφορώ, γεννώ, μηδ΄ ὅν τινα γαστέρι μήτηρ κοῦρον ἐόντα φέροι ΟΜ Ιλ 6.59 | 12. νικώ, κερδίζω, κατορθώνω | 13. επιδικάζω χάρη, δείχνω ευγνωμοσύνη, ὅτε Ἴλιον εἰς ἐρατεινὴν ἡγεόμην (=ἡγούμην) Τρώεσσι φέρων χάριν Ἕκτορι δίῳ ΟΜ Ιλ 5.211 | 14. εκτείνομαι προς ..., απλώνομαι προς, οδηγώ προς έναν τόπο | 15. ψηφίζω | 16. διορίζω κπ. σε ένα αξίωμα.

ΙΙ. Μέσ., φέρω μετ’ ἐμαυτοῦ, φέρω μαζί μου | 2. φέρω μετ’ ἐμοῦ ἢ πρὸς ἰδίαν μου χρῆσιν | 3. ἐκλέγω, προκρίνω.

ΙΙΙ. Παθητ., φέρομαι, μεταφέρομαι χωρίς τη θέλησή μου (κυρίως από ανέμους και κύματα), ἔνθεν δ΄ ἐννῆμαρ φερόμην ὀλοοῖσ΄ ἀνέμοισι πόντον ἐπ΄ ἰχθυόεντα ΟΜ Οδ 9.82 | 2. κινούμαι, περιπλανιέμαι.

Έτυμ.: ἐκ τῆς ῥίζης ΦΕΡ, ἐν χρήσει μόνον ὁ ἐνεστ. καὶ ὁ παρατ.΄ ἐκ τῆς ῥ. ΟΙ- γίνεται ὁ μέλλ. οἴσω, δωρ. οἰσῶ' έκ τῆς ῥ. ΕΝΕΚ- ἢ ΕΝΕΓΚ- σχηματίζονται ὁ ἀόρ. αϳ ἤνεγκα, ίων. ἤνεικα, ἐπικ. ἔνεικα, καὶ ὁ ἀόρ. βϳ ἤνεγκον.
Ἐκ τῆς ῥ. ΦΕΡ παράγονται καὶ αἱ λ. φέρ-μα, φέρ-ετρον, φαρ-έτρα, φόρ-ος, φορ-ά, φορ-έω, φόρ-τος, φορ-μός, φερ-νή· ἴσως καὶ τὰ φᾶρ-ος, φῶρ, φέρβ-ω, φορ-βή΄ πρβλ. σανσκρ. bhar, bhar-âmi, bi-bhar-mi (fero), bhar-as, bhâr-as (onus), bhr.i-tis (merces) ζενδ. bar (ferre)· λατ. fer-o, fer-culum, fer-ax, fer-til΄s, for-tis, for-tuna, καὶ ἴσως τὰ fur, far, far-ina΄ γοτθ. bar, bair-a (φέρω, τίκτω), ga-baúr (φόρος), baúr-ei, baúr-thei (φόρτος, φορτίον), ga-baúr-ths (γέννησις), bar-n (τέκνον). bêr-usyôs (γονεῖς), κλπ.΄ άρχ. σκανδ. bar-n, καὶ άγγλο-σαξον. bear-n (σκωτ. καὶ ν. άγγλ. bairn), bere (σκωτ. bear, barley)΄ άρχ. γερμ. bâr-a (bahre, bier)· λιθ. bér-nas (puer)· άρχ. ίρλανδ. ber-im (fero), com-bairt (partus), bert (fascis), κλπ. Έκ τῆς ῥ. ΕΝΕΚ ΕΝΕΓΚ, παράγονται οἱ ἀνωτέρω μνημονευθέντες τύποι, ὡσαύτως δι-ηνε-κής, δουρ-ηνεκ-ής, κεντρ-ηνεκ-ής, ποδ-ηνεκ-ής, καὶ ἴσως ὄγκ-ος· πρβλ. σανσκρ. na←-âmi, καὶ a←, a←-nômi, (attingo)΄ λατ. nanc-iscor, nac-tus· σλαυ. nes-ti (portare), λιθ. nesz-u).

[
φέρων μτχ ἐνεστ. ἀρσ. (Α 13)]
[
φορέουσι, γ’ πληθ. τοῦ φορέω, θαμιστικὸ τοῦ φέρω (A 238)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: