Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2008

ὕστερος, ὕστατος

α, ον' ὁ κατόπιν ἐρχόμενος, κατοπινός, ἔσχατος, συγκρ. καὶ ὑπερθ., ἄνευ θετικοῦ ἐν χρήσει, οὕτω πρότερος, πρῶτος ἐκ τῆς προθ. πρό, λατ. posterior, postremus ἐκ τῆς προθέσ. post.).

Ι. ἐπὶ τόπου, ὁ κατόπιν ἐρχόμενος, ὁ ὀπίσω ὢν.

ΙΙ. ἐπὶ χρόνου, ὁ δ’ ὕστερος ὤρνυτο χαλκῷ Ἰλ. Ε. 17, Π. 479 ― μετὰ γενικ. προσ., ὕστερόν τινος, μετά τινα, σεῦ ὕστερος εἶμ’ ὑπὸ γαῖαν Ἰλ. Σ. 380 | 2. ἀργότερα, πολὺ ἀργά, ὕστερος ἐλθὼν Ἰλ. Σ. 320.

ΙΙΙ. ἐπὶ ἥττονος βαθμοῦ ἡλικίας, ἀξίας ἢ ποιότητος, γένει ὕστερος=νεώτερος, Ἰλ. Γ. 215· ὑστέρας ἔχων πώλους (ἔνθα δύναται νὰ σημαίνῃ τὸ ὀπίσω, ἀλλὰ πρβλ. Ἰλ. Ψ. 322) | 2. συχν. δὲ συνάπτεται μετ’ ἄλλων λέξεων, ὕστερον αὖτις Ἰλ. Α. 27 | 3. ἐπὶ ἐπιρρ. σημασίας μετὰ προθέσεων, ἐς ὕστερον Ὀδ. Μ. 126.

ΙV. ὕστατος, η, ον, τελευταῖος, ἔσχατος, Α. ἐπὶ τόπου, ἅμα θ’ οἱ πρῶτοί τε καὶ ὕστατοι Ἰλ. Β. 281 | Β. ἐπὶ χρόνου, τίνα πρῶτον' τίνα δ’ ὕστ. ἐξενάριξεν; Ἰλ. Λ. 299, πρβλ. Ε. 703 | Γ. ἀντὶ τοῦ ὁμαλοῦ ἐπιρρήμ. ὑστάτως (=
τελευταίως, ἐσχάτως), εἶναι ἐν χρήσει τὸ οὐδ. ἑνικ. καὶ πληθ., πύματόν τε καὶ ὕστατον Ὀδ. Υ. 116· ὕστατα καὶ πύματα Δ. 685., Υ. 13· νῦν ὕστατα Ἰλ. Α. 232, Ὀδ. Χ. 78.

Ἐτυμ.: τὸ θετικὸν ζητητέον ἐν τῇ σανσκρ. προθέσει ud, γοτθ. ut (ἔξω, ἀγγλ. out), ἀρχ. γερμ. az (aus)· ὥστε τὰ ὕστερος, ὕστατος ἀντιστοιχοῦσι πρὸς τὰ aüsserer, aüsser-t, ὁ ἐξώτερος, ἐξώτατος ἢ ἔσχατος, ἀγγλ. ulter, outermost, ultermost)· πρβλ. ὑστέρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: