Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2008

πάτρα

ἰων. καὶ ἐπ. πάτρη (ἡ)' (πατήρ)' ἡ χώρα τῶν πατέρων τινός, πατρίς, Ἰλ. Μ. 243, Ω. 500 | 2. καταγωγὴ ἐκ τοῦ αὐτοῦ πατρός, ἀμφοτέροισιν ὁμὸν γένος ἤδ’ ἴα πάτρη Ἰλ. Ν. 354 (οὐδαμοῦ ἀλλαχοῦ ἐπὶ ταύτης τῆς ἐννοίας παρ’ Ὁμήρ.).

Δεν υπάρχουν σχόλια: