(ὁ)' (ἵστημι) πρᾶγμα στηθὲν καὶ μένον ὄρθιον.
Ι. ἱστὸς πλοίου, «κατάρτι», ἱστόν... στῆσαν ἀείραντες=τὸ ἐσήκωσαν καὶ τὸ ἔστησαν τὸ κατάρτι, Ὀδ. Ο. 289, πρβλ. Ἰλ. Ψ. 852· ἱστοὺς στησάμενοι Ὀδ. Ι. 77, πρβλ. Ἰλ. Α. 480' ἀντίθετον τῷ καθαιρεῖν, κάδ δ’ ἕλον ἱστόν=τὸν κατεβίβασαν, Ὀδ. Ο. 496.
ΙΙ. ἡ δοκὸς τοῦ ἱστοῦ, ἤτοι «ἀργαλειοῦ», ἥτις ἵστατο ὀρθία καὶ οὐχὶ ὀριζοντίως ὡς παρ’ ἡμῖν, Ἰλ. Ζ. 491, Ὀδ. Α. 357, κτλ.' ἱστὸν ἐποίχομσι=κινοῦμαι ἀπὸ τοῦ ἑνὸς μέρους τοῦ ἱστοῦ πρὸς τὸ ἄλλο, διότι ὁ ὑφαίνων ἔδει νὰ βαδίζῃ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς μέρους εἰς τὸ ἕτερον καὶ τἀνάπαλιν· ἱστὸν ἑποιχομένην=ἱστουργοῦσαν καὶ ὑφαίνουσαν (Σχόλ.), Ἰλ. Α. 31, Ὀδ. Ε. 62 | 2. ὁ στήμων ὁ εἰς τὸν ἱστὸν προσηρμοσμένος καὶ ἑπομένως αὐτὸ τὸ ὕφασμα, ἱστὸν ὕφαινε Ἰλ. Γ. 125. κτλ· ἠματίη μὲν ὑφαίνεσκεν μέγαν ἱστόν, νύκτας δ’ ἀλλύεσκεν περὶ τῆς Πηνελόπης, Ὀδ. Β. 104.
Ραψωδία Α (413-427)
Πριν από 12 χρόνια
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου