Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2008

ἱστός

(ὁ)' (ἵστημι) πρᾶγμα στηθὲν καὶ μένον ὄρθιον.

Ι.
ἱστὸς πλοίου, «κατάρτι», ἱστόν... στῆσαν ἀείραντες=τὸ ἐσήκωσαν καὶ τὸ ἔστησαν τὸ κατάρτι, Ὀδ. Ο. 289, πρβλ. Ἰλ. Ψ. 852· ἱστοὺς στησάμενοι Ὀδ. Ι. 77, πρβλ. Ἰλ. Α. 480' ἀντίθετον τῷ καθαιρεῖν, κάδ δ’ ἕλον ἱστόν=τὸν κατεβίβασαν, Ὀδ. Ο. 496.

ΙΙ.
ἡ δοκὸς τοῦ ἱστοῦ, ἤτοι «ἀργαλειοῦ», ἥτις ἵστατο ὀρθία καὶ οὐχὶ ὀριζοντίως ὡς παρ’ ἡμῖν, Ἰλ. Ζ. 491, Ὀδ. Α. 357, κτλ.' ἱστὸν ἐποίχομσι=κινοῦμαι ἀπὸ τοῦ ἑνὸς μέρους τοῦ ἱστοῦ πρὸς τὸ ἄλλο, διότι ὁ ὑφαίνων ἔδει νὰ βαδίζῃ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς μέρους εἰς τὸ ἕτερον καὶ τἀνάπαλιν· ἱστὸν ἑποιχομένην=ἱστουργοῦσαν καὶ ὑφαίνουσαν (Σχόλ.), Ἰλ. Α. 31, Ὀδ. Ε. 62 | 2. ὁ στήμων ὁ εἰς τὸν ἱστὸν προσηρμοσμένος καὶ ἑπομένως αὐτὸ τὸ ὕφασμα, ἱστὸν ὕφαινε Ἰλ. Γ. 125. κτλ· ἠματίη μὲν ὑφαίνεσκεν μέγαν ἱστόν, νύκτας δ’ ἀλλύεσκεν περὶ τῆς Πηνελόπης, Ὀδ. Β. 104.

Δεν υπάρχουν σχόλια: