Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2008

διίστημι

(διά + ἵστημι) διαχωρίζω, τοποθετῶ χωριστά, ἀποσπῶ | παθ. διαχωρίζομαι, διαιροῦμαι | διαφέρω, διαφωνῶ, φιλονικῶ.

[
διαστήτην, ἐπ. ἀντὶ διεστήτην, γ’ δυϊκ. ἀόρ. β’ (Α 6)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: