Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2008

λύω

λύομαι' ἡ πρώτη σημασία εἶναι ἡ τοῦ λύω, λύνω΄

Ι.
ἐπὶ πραγμάτων, χαλαρώνω, λύω, ἀφαιρῶ τοὺς δεσμούς, λύνω, ἰδίως ἐπὶ ἐνδυμάτων καὶ ὁπλισμοῦ, λῦσε δέ οἱ ζωστῆρα, θώρηκα | 2) ἐπὶ ἐμψύχων, α) ἐπὶ ἵππων, κτλ., λύω, ξεζεύγω, ἀντίθετ. τῷ ζεύγνυμι, β) ἐπὶ ἀνθρώπων, λύω, ἐλευθερώνω, ἀπαλλάττω, ἰδίως ἐκ δεσμῶν ἢ φυλακῆς, ἑπομένως καθόλου, ἐκ δυσκολίας ἢ κινδύνου | Μέσ., κυρίως, ἐνεργῶ ὥστε νὰ λυθῇ ἢ ἐλευθερωθῇ τις | 2. ἐπὶ αἰχμαλώτων, ἀπολύω ἐπὶ παραλαβῇ λύτρων (ἀποίνων), ἀπελευθερώνω, τὸ ἐνεργ. καὶ μέσον (ἐπὶ ταύτης τῆς ἐννοίας) σχετίζονται πρὸς ἄλληλα ἀκριβῶς ὡς τὸ λυτρόω καὶ λυτρόομαι | 3. διαλύω ὅλον τι εἰς τὰ μέρη του, διαλύω, ἀπολύω, λύω ἀγορήν=διαλύω τὴν συνεδρίαν, ἀντίθετον τῷ καθίζω | Παθητ. ἰδίως ἐπὶ σωματικῆς ἰσχύος, χαλαρώνω, δηλ. ἐξασθενῶ, καθιστῶ τι ἀσθενές, ἄτονον, λῦσέ οἱ γυῖα=κατέστησεν ἄτονα τὰ γόνατα αὐτοῦ, δηλ. τὸν ἐφόνευσε, συχν. ἐν Ἰλ. | 4. καταστρέφω, καταβάλλω.


Ἐτυμ.: Ἐκ τῆς ῥ ΛΥ, ἐξ ἧς καὶ αἱ λέξεις λύ-η, λύ-σις, λυ-τήρ, λύ-τρον· πρβλ. σανσκρ. , lu-nâmi (seco, disseco)· λατ. lu-o, (πληρώνω), re-lu-o, so-lv-o, (ἀντὶ so-lu-o), so-lu-tus· γοτθ. lau-sja (λύω), lau-s (κενός), us-lau-sjeins (λύτρωσις), ἀγγλ. loose (χαλαρός, λελυμένος), κτλ.· - ἀλλὰ τὸ λούω, κτλ., παράγονται ἐκ τῆς ῥ. ΛΟF.

[
λυσόμενος μτχ. μελλ. ἀρσ. (Α 13)]
[
λύσεται εὐκτ. ἀορ. (Α 20)]
[
λύσω ἐν. μελλ. (Α 29)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: