Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2008

προϊάπτω

(πρό + ἰάπτω) στέλνω ἐμπρός | στέλνω κάποιον πρόωρα στὸν Ἄδη.

[
προΐαψεν, γ’ ἑν. ὁριστ. ἀορ. (Α 3)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: