Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2008

ἅζομαι

ἀποθ. ἐν χρήσει μόνον κατ’ ἐνεστ. καὶ παρατ.' σέβομαι, φοβοῦμαί τινα, μάλιστα τοὺς θεοὺς καὶ τοὺς γονεῖς... ἁζόμενοι... Ἀπόλλωνα, Ἰλ. Α. 21, μήτ’ οὖν μητέρ’ ἐμὴν ἄζευ, Ὀδ. Ρ. 401· ἀκολουθοῦντος ἀπαρεμφάτου· χερσὶ δ’ ἀνίπτοισιν Διῒ λείβειν... ἅζομαι, Ἰλ. Ζ. 267· ξείνους οὐχ ἅζεο... ἐσθέμεναι, Ὀδ. Ι. 478· ἅζ. μή... Ἰλ. Ξ. 261.

Ἐτυμ.: ἐκ ῥ. ΑΓ ἴδε ἄγος, ἅγος, ἁγνός, ἅγιος.

[
ἁζόμενοι μτχ ἐνεστ. (Α 21)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: