Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2008

ἡμέτερος, α, ον

δωρ. ἁμέτ-, α, ον, (ἡμεῖς), κτητ. ἀντων.' ἰδικός μας, λατ. noster, Ὅμ. καί Ἀττ.· εἰς ἡμέτερον (ἐνν. δῶμα) Ὀδ. Β. 55, Ρ. 534· οὕτως, ἡμέτερόνδε Θ. 39. Ο. 513· ἐφ’ ἡμέτερ’ Ο. 88, Ἰλ. Ι. 619.

[
ἡμετέρῳ δοτ. ἐν.(Α 30)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: