Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2008

ναός

ἰων. νηός, ἀττ. νεώς' (ναίω): τὸ κατοικητήριον θεοῦ, «παρὰ τὸ ἐνναίειν ἐν αὐτῷ τὸν θεὸν» (Γλωσσ.), ναός, Ὅμηρ. (ὅστις, ὡς ὁ Ἡρόδ., μεταχειρίζεται μόνον τὸν Ἰων. τύπον), Ἰλ. Α. 39, κ. ἀλλ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: