Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2008

ἐρέφω

καλύπτω διὰ στέγης, καθύπερθεν ἔρεψαν... ὄροφον λειμωνόθεν ἀμήσαντες=δηλ. ἐστέγασαν τὴν σκηνὴν διὰ καλάμων θερίσαντες αὐτοὺς ἐκ λειμῶνος (ἴδε Spitzner Exc. 36), Ἰλ. Ω. 450, πρβλ. Ὀδ. Ψ. 193, Ἰλ. Α. 39 (ἴδε ἐπερέφω)

Ἐτυμ.: ἐντεῦθεν ὄροφος· πρβλ. ἐρέπτω καὶ περὶ τῆς ῥίζης ἴδε ὄρφνη.

[
ἔρεψα, όνομ. ἀόρ. α’ (Α 39)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: