Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2008

αἴξ

(ὁ, ἡ)' γίδα, λατ. caper, capra, παρ’ Ὁμήρ. ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον θηλ. ἀλλὰ ἀρσ. ἐν Ὀδ. Ξ. 106, 530' ὁ μηκασμὸς αὐτῆς παρίσταται διὰ τῶν λέξεων μηκάομαι, μηκάς· τὸ μικρὸν λέγεται ἔριφος: ἀγέλαι αἰγῶν ἦσαν συνήθεις κατὰ τοὺς Ὁμηρ. χρόνους· πρβλ. αἰπόλιον, αἰπόλος | 2. αἴξ ἄγριος, ὁ αἴγαγρος· ἰονθάς (φέρων πώγωνα), Ὀδ. Ξ. 50 ἴξαλος (ἁλλόμενος, πηδῶν), Ἰλ. Δ. 105· φέρων κέρατα ἓξ σπιθαμῶν τὸ μῆκος, αὐτόθι 109· εἶναι ἀναμφιβόλως ὁ λατ. καλούμενος ibex· τά: αἶγες ὀρεσκῷοι ἐν Ὀδ. Ι. 155· ἀγροτέραι ἐν Ρ. 294, καὶ ὁ αἴγαγρος, δυνατὸν νὰ ἀνήκωσιν εἰς διάφορα εἴδη.

Ἐτυμ.: ἐκ ῥ. ΑΙΓ πιθ. = ἄγι, ὡς φαίνεται ἐκ τῶν σανσκρ. aǵâ (ἀγγλ. goat, αἴξ) aǵas (ἔλαφος): ἡ ἐκ τοῦ ἀΐσσω παραγωγὴ πρέπει νὰ ἐγκαταλειφθῇ, ἐπειδὴ ἡ ῥίζα τοῦ ῥήματος τούτου εἶνε αἰκ: ἴδε Κούρτ. ἀρ. 120.

Δεν υπάρχουν σχόλια: