Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2008

κάρηνον

(τό)' (κάρη)΄ τὸ κεφάλι, κυρίως στὸ πληθ. κάρηνα' ἀνδρῶν κάρηνα | 2. μτφρ. κορυφὴ βουνοῦ, ὀρους' Οὐλύμποιο κ.' ἐπὶ πόλεως, ἡ ἀκρόπολη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: