Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2008

χώομαι

ἀποθ. ὀργίζομαι, ἐξοργίζομαι, θυμώνω, ἀγανακτῶ' χωόμενος κῆρ, θυμόν, Ἰλ.

[
χωόμενος, μτχ. ἐνεστ. (Α 44)]
[
χωομένοιο, γεν. τῆς άρσ. μτχ. χωομένος (Α 46)]
[
ἐχώσατο, γ’ ἑν. ἀορ. α’ (Α 64)]
[
χώσεται, μελλ. (Α 80)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: