Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2008

κινέω

(κίω)΄ θέτω εἰς κίνηση, κινῶ' μετακινῶ ἕνα πρᾶγμα ἀπὸ τὴ θέση του΄ ἀνακατεύομαι σὲ πράγματα ἱερά' ἀλλάζω, μεταβάλλω, πρωτοτυπῶ | 2. ξεσηκώνω, διαταράσσω, διεγείρω, κάνω τι νὰ κινηθεῖ, ἐξεγείρω, παρακινῶ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: