Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2008

ταῦρος

(ὁ) ὡς καὶ νῦν, ὁ ἄρρην βοῦς, κοινῶς ταυρί, παρ’ Ὁμ., μάλιστα ὁ προσφερόμενος πρὸς θυσίαν τῷ Ποσειδῶνι: ὡσαύτως ταῦρος βοῦς, ὡς καὶ τὸ σῦς κάπρος, κίρκος ἵρηξ, Ἰλ. Ρ. 389.

Ἐτυμ.: πρβλ. λατ. taurus, (ὀμβρ. turŭ), λιθ. tauras, σλαυ. turŭ, οὐαλλ. tarw, κελτ. tarbh, ― ἅπαντες δὲ οὗτοι οἱ τύποι φαίνονται ἀπολέσαντες ἀρκτικόν τι s ὅπερ ὑπάρχει ἐν τῷ βεδικῷ sthûras (ἐν τῇ τῶν Βεδῶν σανσκρ. ὡς ἐπίθ. = robustus), ζενδ. śtaora, γοτθ. stiur (ste?r).

Δεν υπάρχουν σχόλια: