Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2008

καίω

ἀρχ. ἀττ. κάω' 1. ἀνάπτω, πυρὰ πολλὰ Ἰλ. Ι. 77· πῦρ κήαντες Ὀδ. Ι. 231· πῦρ κῆαι Ο. 97, κτλ.· καὶ ἐν τῷ μέσῳ τύπῳ, πῦρ κήαντο, Ἰλ. Ι. 88, πρβλ. 234, Ὀδ. Π. 2: - Παθ., καίομαι, πυραὶ νεκύων καίοντο Ἰλ. Α. 52· θεείου καιομένοιο Θ. 135· καιομένοιο πυρὸς Τ. 376, κτλ. | 2. θέτω εἰς τὸ πῦρ, καίω, μηρία, ὀστέα Ὀδ. Ι. 553, Ἡσ. Θ. 457· νεκροὺς Ἰλ. Φ. 343· δένδρεα, ὕλην αὐτόθι 357, κτλ. - Παθ., νηυσὶν καιομένῃσιν Ἰλ. Ι. 602.

Ἐτυμ.: τὸ ι ἐν τῷ καίῳ ἀντικατέστησε τὸ Ϝ (ἴδε ἐν λ. κλαίω) τῆς ῥ. ΚΑΥΚΑϜ, ὅπερ ἀναφαίνεται ἐν τῷ μέλλ. καύσω, ἐν τῇ λέξει καῦ-μα, κτλ.· πρβλ. γοτθ. hai-s (λαμπάς), hau-ri (ἄνθραξ), hei-to (πυρετός)· ἀρχ. σκανδιν. hi-ti, ἀγγλο-σαξον. hœ-tu (ἀγγλ. heat),κτλ· ἀλλ’ ὁ Κούρτ. δὲν παραδέχεται σχέσιν πρὸς τὸ σανσκρ. ←ush (siccescere).

[
ἔκηα, ἐπ. ἀόρ. α’ (Α 40)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: