ἰων. γίνομαι΄ ἔρχομαι εἰς ὕπαρξιν, εἰς τὸ εἶναι | 1. ἐπὶ άνθρ., γεννῶμαι | 2. ἐπὶ πραγμάτων, παράγω | 3. ἐπὶ συμβάντων, λαμβάνω χώρα, συμβαίνω, ἐπέρχομαι.
Έτυμ.: έκ ῥ. ΓΕΝ-, ΓΑ-: γίγνομαι, γένος, γενετήρ, γενέτωρ, γενέτειρα, γένεσις, γενετή, γενεά, γενέθλη, γέννα, γόνος, γονεύς, γνήσιος, νςογνός, ομόγνιος, γυνή.
[γένετο, ἀορ. τοῦ γίγνομαι (Α 49)]
[ἐγένοντο, ἀόρ. β’ τοῦ γίγνομαι (Α 57)]
Ραψωδία Α (413-427)
Πριν από 12 χρόνια
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου