Δευτέρα, 5 Ιανουαρίου 2009

γίγνομαι

ἰων. γίνομαι΄ ἔρχομαι εἰς ὕπαρξιν, εἰς τὸ εἶναι | 1. ἐπὶ άνθρ., γεννῶμαι | 2. ἐπὶ πραγμάτων, παράγω | 3. ἐπὶ συμβάντων, λαμβάνω χώρα, συμβαίνω, ἐπέρχομαι.

Έτυμ.: έκ ῥ. ΓΕΝ-, ΓΑ-: γίγνομαι, γένος, γενετήρ, γενέτωρ, γενέτειρα, γένεσις, γενετή, γενεά, γενέθλη, γέννα, γόνος, γονεύς, γνήσιος, νςογνός, ομόγνιος, γυνή.

[
γένετο, ἀορ. τοῦ γίγνομαι (Α 49)]
[
ἐγένοντο, ἀόρ. β’ τοῦ γίγνομαι (Α 57)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: