Σάββατο, 17 Ιανουαρίου 2009

θνῄσκω

δωρ. θνᾴσκω' ἀποθνῄσκω, ἐκπνέω, πεθαίνω | 2. μτφρ. ἐπὶ πραγμάτων, χάνομαι, καταστρέφομαι.

Ἐτυμ.: ἐκτετ. ἐκ ῥίζης ΘΑΝ-: θάνατος, θνητός, δωρ. θνατός.

Δεν υπάρχουν σχόλια: