Σάββατο, 17 Ιανουαρίου 2009

κήδω

καθιστῶ κάποιον ἀνυπόμονο, ἀγωνιῶντα | 2. στεναχωρῶ, δυσαρεστῶ, θλίβω, ἀνιῶ, κάποιον | 3. μτχ. κηδόμενος, η, ον=φροντίζων, μεριμνῶν περί τινος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: