Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2009

νέκυς

(ὁ)΄ νεκρὸ σῶμα, πτῶμα | ἐν τῷ πληθ. οἱ νεκροί, τὰ πνεύματα | 2. ὡς ἐπίθ. ὡς καὶ τὸ νεκρός.

Δεν υπάρχουν σχόλια: