Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2009

πυρά

(ἡ), ἰων. πυρή (πῦρ)΄ τὸ μέρος στὸ ὁποῖο ἀνάπτεται πῦρ, νεκρικὴ πυρά | 2. βωμὸς ἐφ' οὗ ἐτελοῦντο ἔμπυροι θυσίαι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: