Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου 2009

πόρω

ἀπηρχ. ἐν. τοῦ ἀορ. β' ἔπορον καὶ τοῦ παθ. πρκ. πέπρωμαι' ἐκτελῶ, ἐπινοῶ | 2. παρέχω, πορίζω, δίδω, προσφέρω, χαρίζω, παραχωρῶ | 3. παθ. πρκ. πέπρωμαι=εἶμαι δεδομένος (προορισμένος ὑπὸ τῆς μοίρας ἢ ὑπὸ τῆς τύχης), μτχ. πεπρωμένος,η,ον=ὁρισμένος, προορισμένος ὑπὸ τῆς μοίρας.

Ἐτυμ.: πορεῖν=κυρ. κάμνω τι νὰ φθάσει εἴς τινα ἢ εἴς τι μέρος, προμηθεύω, πεπρωμένος, πόρος, πείρω.

[
πόρε, ἐπ. ἀντὶ ἔπορε, ἀόρ. β’ (Α 72)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: