Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου 2009

οἷ

ἐγκλ. οἱ, γεν. οὗ, αἰτ. , δοτ. ἑν. ἀρσ. καὶ θηλ. τῆς τριτοπροσώπου προσ. ἀντων. ἀντὶ ἀυτῇ, αυτῷ | 2. σπάνια κεῖται μετὰ αὐτοπαθοῦς ἐνν. ἀντὶ ἑαυτῷ, ἑαυτῇ' οἷ αὐτῷ=ἑαυτῷ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: