Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2009

θαρσέω

ἀττ. θαρρέω (θάρσος)' εἶμαι πλήρης θάρρους, αἰσιόδοξος, ἔχω θάρρος' θάρσει, θαρσεῖτε=ἔχε(τε) θάρρος | 2. μετ᾿ αἰτ. πραγμ., αἰσθάνομαι θάρρος γιὰ κάτι, δὲν φοβᾶμαι | 3. μετ᾿ ἀπρφ., ἔχω τὴν πεποίθηση ὅτι...

[
θαρσήσας, μτχ. (Α 85)]
[
θάρσησε, ἀόρ. (Α 92)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: