Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2009

ἀμείβω

ἀλλάσσω, ἀνταλλάσσω' κυρ. ἐπὶ τόπου, ἀλλάσσω τὸν τόπο, διέρχομαι, διαβαίνω, ἐγκαταλείπω κάποιον τόπο | 2. ἀμτβ. κατὰ μτχ.' ἐν ἀμείβοντι=ἀμοιβαδίς=κατ᾿ ἐναλλαγήν, διαδοχικῶς.

ΙΙ. μέσον, ἀνταλλάσσω τι μέ τι ἄλλο, πράττω τι ἐκ διαδοχῆς, κατ᾿ ἐναλλαγήν | 2. ἀπαντῶ, ἀποκρίνομαι | 3. ἀνταποδίδω, ἐκδικοῦμαι | 4. μτφρ. ὑπερτερῶ.

[
ἠμείβετο, ἀόρ. (A 121)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: