Τετάρτη 18 Μαρτίου 2009

ποδάρκης, ες

(πούς + ἀρκέω)' ὁ ἐπαρκὴς εἰς τοὺς πόδας, γερὸς στὰ πόδια, ταχύπους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: