Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΚΕΩ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΚΕΩ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2009

ποδάρκης, ες

(πούς + ἀρκέω)' ὁ ἐπαρκὴς εἰς τοὺς πόδας, γερὸς στὰ πόδια, ταχύπους.

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2009

ἀρήγω

παρόμοιο τῷ ἀρκέω' μετὰ δοτ., βοηθῶ, βοηθῶ κάποιον στὸν πόλεμο, ἔρχομαι εἰς ἐπικουρία (συμμαχία) | 2. ἀπολ., εἶμαι χρήσιμος, ὠφέλιμος, ἱκανός' σιγᾶν ἀρήγει=ταιριάζει νὰ σιγᾷ | 3. μετὰ αἰτ. πράγμ., ἀποκρούω, ἐμποδίζω, προλαμβάνω.

Έτυμ.: ἀρηγών, ἀρωγός, ἀρωγή, ὀρέγω, ἀπὸ ῥ. ΑΡΚ- καὶ κατ᾿ ἐπέκτασιν ΑΡΑΚ- παραγωγή.

[
ἀρήξειν, μτχ. μελλ. (Α 77)]