Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΗΓΩ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΗΓΩ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2009

ἀρήγω

παρόμοιο τῷ ἀρκέω' μετὰ δοτ., βοηθῶ, βοηθῶ κάποιον στὸν πόλεμο, ἔρχομαι εἰς ἐπικουρία (συμμαχία) | 2. ἀπολ., εἶμαι χρήσιμος, ὠφέλιμος, ἱκανός' σιγᾶν ἀρήγει=ταιριάζει νὰ σιγᾷ | 3. μετὰ αἰτ. πράγμ., ἀποκρούω, ἐμποδίζω, προλαμβάνω.

Έτυμ.: ἀρηγών, ἀρωγός, ἀρωγή, ὀρέγω, ἀπὸ ῥ. ΑΡΚ- καὶ κατ᾿ ἐπέκτασιν ΑΡΑΚ- παραγωγή.

[
ἀρήξειν, μτχ. μελλ. (Α 77)]