Σάββατο, 7 Μαρτίου 2009

λεύσσω

προσβλέπω, ῥίπτω τὸ βλέμμα εἴς τι, βλέπω, παρατηρῶ | 2. ἀπόλ., ἀτενίζω, βλέπω' ὁ μὴ λεύσσων=ὁ μὴ βλέπων, ὁ μὴ ζῶν, ὁ νεκρός.

Δεν υπάρχουν σχόλια: